απεικονίζομαι


απεικονίζομαι
απεικονίζομαι, απεικονίστηκα, απεικονισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καθρεφτίζω — και καθρεπτίζω [καθρέφτης] 1. (για λείες επιφάνειες) ανακλώ εικόνα, κατοπτρίζω 2. παριστάνω κάτι τόσο πιστά, ώστε κατά κάποιο τρόπο να τό απεικονίζω σαν σε καθρέφτη, περιγράφω παραστατικά 3. απεικονίζω κατάσταση ή ενέργεια («η μορφή καθρεφτίζει… …   Dictionary of Greek